Royal Victoria Patriotic Asylum for Girls: Το ορφανοτροφείο του τρόμου στο Wandsworth

Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Βικτωριανή Αγγλία παρουσίαζε προς τα έξω ένα πρόσωπο προόδου, ηθικής ανωτερότητας και αυτοκρατορικής ισχύος.

Πίσω όμως από τις γοτθικές προσόψεις, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τη ρητορική περί χριστιανικού καθήκοντος, κρύβονταν συχνά μηχανισμοί πειθαρχίας, καταστολής και απάνθρωπης βίας.

Ένα από τα πιο σκοτεινά παραδείγματα αυτής της αντίφασης υπήρξε το Royal Victoria Patriotic Asylum for Girls στο Wandsworth, ένα ίδρυμα που σχεδιάστηκε για να προστατεύσει τα παιδιά των «ηρώων του έθνους» και κατέληξε να γίνει τόπος τρόμου.

Η έννοια της φιλανθρωπίας στον 19ο αιώνα δεν ταυτιζόταν με τη σύγχρονη ιδέα της κοινωνικής πρόνοιας. Αντίθετα, λειτουργούσε συχνά ως εργαλείο ηθικής διαπαιδαγώγησης και κοινωνικού ελέγχου. Τα ορφανοτροφεία, τα άσυλα και τα workhouses δεν αποσκοπούσαν απλώς στη φροντίδα των αδυνάτων, αλλά στη «διόρθωσή» τους.

Η φτώχεια θεωρούνταν ένδειξη ηθικής αποτυχίας, και τα παιδιά των φτωχών έπρεπε να εκπαιδευτούν με σκληρότητα ώστε να μη γίνουν βάρος στο κράτος.

Το Royal Victoria Patriotic Asylum for Girls ιδρύθηκε μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο. Χρηματοδοτήθηκε από το Royal Patriotic Fund, έναν οργανισμό που δημιουργήθηκε μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο για να στηρίξει τις οικογένειες των πεσόντων στρατιωτών.

Η ειρωνεία είναι βαθιά: τα παιδιά των ανδρών που θυσιάστηκαν για την αυτοκρατορία βρέθηκαν φυλακισμένα σε ένα καθεστώς σκληρής πειθαρχίας.

Το ίδιο το κτίριο του ασύλου ήταν επιβλητικό. Γοτθικής αρχιτεκτονικής, με πύργους, αυλές και πέτρινες σκάλες, έμοιαζε περισσότερο με μοναστήρι ή φρούριο παρά με χώρο παιδικής φροντίδας. Σχεδιάστηκε για να στεγάσει έως και 300 κορίτσια, χωρισμένα σε αυστηρά ελεγχόμενες «διαιρέσεις».

Η αρχιτεκτονική δεν ήταν ουδέτερη: κάθε διάδρομος, κάθε κοιτώνας, κάθε σκάλα εξυπηρετούσε την επιτήρηση και την πειθαρχία.

Παρά τους ισχυρισμούς ότι το κτίριο ήταν ασφαλές, οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαιρετικά σκληρές. Δεν υπήρχε θέρμανση στους κοιτώνες των παιδιών, τα παράθυρα άφηναν το κρύο να διαπερνά τους τοίχους, και τα κορίτσια κοιμούνταν σε σειρές από σιδερένια κρεβάτια, χωρίς ιδιωτικότητα ή άνεση.

Η επίσημη αποστολή του ασύλου ήταν να εκπαιδεύσει τα κορίτσια για μελλοντική εργασία στην οικιακή υπηρεσία. Στην πράξη, όμως, η «εκπαίδευση» ισοδυναμούσε με εξαντλητική, απλήρωτη εργασία.

Τα παιδιά αντλούσαν νερό με αντλίες, έπλεναν ρούχα για ολόκληρο το ίδρυμα, καθάριζαν ατελείωτους διαδρόμους και παράθυρα, και εκτελούσαν καθήκοντα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τις σωματικές τους αντοχές.

Η εκπαίδευση, όταν υπήρχε, ήταν στοιχειώδης. Η ανάγνωση και η γραφή υποχωρούσαν μπροστά στην ανάγκη για «χρήσιμα χέρια». Το μήνυμα ήταν σαφές: η αξία των κοριτσιών μετριόταν με βάση την υπακοή και την παραγωγικότητά τους.

Στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκονταν η Lady Superintendent και ο ιερέας του ιδρύματος. Μαζί διαμόρφωναν ένα καθεστώς αυστηρής, συχνά σαδιστικής πειθαρχίας. Οι τιμωρίες περιλάμβαναν απομόνωση, δημόσιο εξευτελισμό και σωματική βία. Τα κεφάλια των κοριτσιών ξυρίζονταν, για λόγους υγιεινής, αλλά στην πραγματικότητα ο λόγος ήταν η αφαίρεση της ταυτότητας.

Ιδιαίτερα ανησυχητικός ήταν ο ρόλος της θρησκείας. Οι συνεχείς κατηχητικές ομιλίες, γεμάτες ενοχή, φόβο και απειλές θείας τιμωρίας, φαίνεται πως προκάλεσαν σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα σε αρκετά κορίτσια.

Αναφορές μιλούν για υστερικές κρίσεις και νευρικές καταρρεύσεις, καταστάσεις που αντιμετωπίστηκαν όχι με ιατρική φροντίδα, αλλά με ακόμη περισσότερη καταστολή.

Το πιο σκοτεινό επεισόδιο στην ιστορία του ασύλου είναι ο θάνατος μιας νεαρής κοπέλας, γνωστής ως Bennett. Δεν ήταν μαθήτρια, αλλά εργαζόμενη χωρίς αμοιβή, ένα παιδί παγιδευμένο σε ένα νομικό και ηθικό κενό. Για ένα ασήμαντο παράπτωμα, καταδικάστηκε σε απομόνωση σε έναν μικρό, κλειστό χώρο.

Λίγες ώρες αργότερα, βρέθηκε καμένη μέχρι θανάτου. Οι λεπτομέρειες παραμένουν θολές, σχεδόν σκόπιμα αποσιωπημένες. Το γεγονός ότι οι κραυγές της ακούστηκαν και αγνοήθηκαν αποτελεί ίσως το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο της υπόθεσης. Ο θάνατός της χαρακτηρίστηκε «ατύχημα» μια λέξη που λειτούργησε ως πέπλο σιωπής.

Η αποκάλυψη των γεγονότων προκάλεσε οργή στον Τύπο και στη δημόσια σφαίρα. Παρά τις έρευνες και τις καταδικαστικές εκθέσεις, το σύστημα προστάτευσε τον εαυτό του. Οι υπεύθυνοι δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά και οι μεταρρυθμίσεις ήταν ελάχιστες.

Αυτή η αποτυχία δεν ήταν μεμονωμένη. Αντικατοπτρίζει τη βαθύτερη αδυναμία της βικτωριανής κοινωνίας να αναγνωρίσει τα παιδιά ως φορείς δικαιωμάτων και όχι ως αντικείμενα πειθαρχίας.

Σήμερα, το κτίριο εξακολουθεί να δεσπόζει στο Wandsworth, μεταμορφωμένο σε πολυτελή διαμερίσματα. Κι όμως, οι ιστορίες δεν σίγησαν. Αναφορές για φαντάσματα, για μια νεαρή κοπέλα που περιπλανιέται στους διαδρόμους, λειτουργούν ως πολιτισμικές εκφράσεις μιας συλλογικής ενοχής.

Το φάντασμα της Bennett δεν είναι απλώς μια ιστορία τρόμου, είναι η ενσάρκωση μιας ιστορικής αδικίας.